HOTDOC - Η δημοσιογραφία όπως πρέπει να είναι..

Heinz Bierbaum
«Πώς η γερμανική πολιτική επηρεάζει την ΕΕ»


Η Γερμανία είναι σίγουρα μία από τις σημαντικότερες χώρες της Ευρώπης, η πολιτική της οποίας επηρεάζει άμεσα την Ευρωπαϊκή πολιτική, ενώ η αρχηγός της Γερμανικής κυβέρνησης, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, θεωρείται ως η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα της Ευρώπης.  Συνολικά, η Γερμανία εξασκεί μεγάλη επιρροή στην Ευρώπη σε οικονομικό, πολιτικό, και θεσμικό επίπεδο.

Σε σχέση με πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία έχει επιτύχει υψηλό βαθμό οικονομικής, κοινωνικής, και πολιτικής σταθερότητας.  Αυτή η σταθερότητα είναι αποτέλεσμα της σχετικά πετυχημένης οικονομίας της χώρας, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει υψηλό ποσοστό ανάπτυξης.  Η Γερμανική οικονομία βασίζεται κυρίως στις εξαγωγές, και η εξαγωγική επιτυχία της Γερμανίας οφείλεται στον ισχυρό βιομηχανικό τομέα της χώρας, στην υψηλή τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και στους σχετικά χαμηλούς μισθούς συγκριτικά με την παραγωγικότητα των εργαζομένων.  Εξαιτίας αυτών των παραγόντων, η Γερμανία διαθέτει μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα, παράλληλα όμως με τα μεγάλα ελλείμματα που παρουσιάζουν οι υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες.  Αυτή η ανισότητα αποτελεί ένα από τα κυριότερα προβλήματα που προκαλεί η πολιτική της Γερμανίας ως προς την Ευρωπαϊκή ανάπτυξη.  Σε γενικές γραμμές, η Γερμανική κυβέρνηση στηρίζει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της εγχώριας βιομηχανίας, και ιδίως την διατήρηση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ευρώ ευνοεί την Γερμανία ενώ βλάπτει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες, καθώς εντός του κοινού νομισματικού συστήματος η διαφορά ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω της υποτίμησης.  Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Γερμανία έχει εφαρμόσει μία πολιτική «εξαγωγής της κρίσης στον γείτονα.»
Η πολιτική της Γερμανίας, που στηρίζει τα συμφέροντα του βιομηχανικού κλάδου της χώρας, συνοδεύεται από μία αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που έχει ως στόχο την επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, όχι μόνο στην Γερμανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, μέσω των πιέσεων που εξασκεί η Γερμανική κυβέρνηση.  Το όραμα της Μέρκελ για ένα νεοφιλελεύθερο σύμφωνο ανταγωνιστικότητας είναι το μοντέλο που επιθυμεί και για την Ευρώπη.  Αυτό το όραμα συμπεριλαμβάνει το δημοσιονομικό σύμφωνο που δεν επιτρέπει το ετήσιο διαρθρωτικό έλλειμμα των κρατών-μελών να υπερβαίνει το 0,5% του ΑΕΠ.  Στα πλαίσια αυτής της λογικής, η εξωτερική υποτίμηση αντικαθίσταται από την εσωτερική υποτίμηση των μισθών και της αγοράς εργασίας, και συνεπώς, οι υπόλοιπες χώρες αναγκάζονται να προχωρήσουν στις περικοπές μισθών και συντάξεων.  Επίσης, αυτή η πολιτική απαιτεί μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, μέσω της «ελαστικοποίησης» του εργατικού δυναμικού και της νομοθεσίας.  Αυτό οδηγεί την Ευρώπη προς την κατεύθυνση που χάραξε αρχικά το νομοσχέδιο «Χαρτζ» στη Γερμανία.
Οι μεταρρυθμίσεις της Γερμανικής αγοράς εργασίας αποτελούν πρότυπο για τις πολιτικές που έχουν προωθηθεί στη Γαλλία και στην Ιταλία οι Φρανσουά Ολάντ και τον Ματέο Ρέντσι αντίστοιχα.  Δέκα χρόνια μετά από την αρχική εφαρμογή αυτής της νέας εργατικής νομοθεσίας στη Γερμανία, οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και Ιταλίας επικαλούνται το Γερμανικό μοντέλο στις προσπάθειες τους να τονώσουν τις οικονομίες τους και να προωθήσουν την απασχόληση.  Πιστεύουν ότι οι μεταρρυθμίσεις Χαρτζ οδήγησαν την Γερμανία στην ισχυρή οικονομική θέση που βρίσκεται σήμερα σε σχέση με τις δικές τους χώρες.  Αυτή η αντίληψη, ωστόσο, είναι λανθασμένη.  Άλλοι παράγοντες, όπως ο ισχυρός βιομηχανικός τομέας της Γερμανίας και το υψηλό τεχνολογικό της επίπεδο, ευθύνονται για την οικονομική επιτυχία της χώρας.  Όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις Χαρτζ, αυτές δεν επίλυσαν το πρόβλημα της υψηλής ανεργίας, αλλά αντιθέτως συνέλαβαν στην επέκταση της επισφαλής εργασίας.  Η διάδοση των επισφαλών θέσεων εργασίας, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών, και η αυξανόμενη κοινωνική πόλωση και οικονομική ανισότητα αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας.
Η Γερμανική πολιτική επηρεάζει σημαντικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, ιδίως στην εργατική πολιτική.  Η κυβέρνηση της Γερμανίας προωθεί τα μέτρα λιτότητας και μία σκληρή δημοσιονομική πολιτική που όχι μόνο έχουν δραματικές συνέπειες για την κοινωνία, αλλά που είναι επίσης οικονομικά αντιπαραγωγικές.  Η λιτότητα και το δημοσιονομικό σύμφωνο στραγγαλίζουν την οικονομική ανάπτυξη αντί για να την προωθούν.  Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία συνεχίζει να ακολουθεί αυτό το νεοφιλελεύθερο δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η μείωση του κόστους μέσω των περικοπών των μισθών και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδηγούν στην αύξηση της απασχόλησης.  Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι αυτή η πολιτική προκαλεί κοινωνική πόλωση και δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης.  Αυτές οι πολιτικές δεν δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, ούτε μπορούν να αποτρέψουν την αποβιομηχανοποίηση που έχει ξεκινήσει στις χώρες που βιώνουν τις πιο σκληρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης.  Η πολιτική της Γερμανίας έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για την ΕΕ, όσο και για την ίδια την Γερμανία, ωστόσο έχει την στήριξη και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SPD), που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό της χώρας.  Οι πολιτικές αυτές δημιουργούν αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα, ενώ αποδυναμώνουν την οικονομική ανάπτυξη εξαιτίας της εξάρτησης της από την παγκόσμια αγορά.  Παραδείγματος χάριν, η Γερμανική οικονομία επηρεάζεται από την κρίση στην Ουκρανία εξαιτίας της μείωσης των εξαγωγών.
Για την Αριστερά, η λύση είναι ξεκάθαρη: η λιτότητα και το δημοσιονομικό σύμφωνο πρέπει να αντικατασταθούν από μία ενεργή πολιτική δημόσιων επενδύσεων που θα τονώσουν την οικονομία μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης και την αύξηση της απασχόλησης.  Όπως έχουν προτείνει οι Ευρωπαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αυτές οι επενδύσεις θα πρέπει να έχουν ως στόχο την βιώσιμη ανάπτυξη, με γνώμονα τα κοινωνικά και οικολογικά ζητήματα, σε συνδυασμό με μέτρα για την τόνωση της εγχώριας ζήτησης και της αύξησης της αγοραστικής δύναμης μέσω μίας ενεργής μισθολογικής πολιτικής και την αύξηση των κοινωνικών δαπανών.

Heinz-Bierbaum-Pws-i-germaniki-politiki-epireazei-tin-EE

Ο Heinz Bierbaum είναι οικονομολόγος και μέλος του κοινοβουλίου του κρατιδίου Ζάαρλαντ της Γερμανίας, με το κόμμα Η Αριστερά, του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος. Από το 1996 είναι επίσης καθηγητής Oικονομικών στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών του Ζάαρλαντ, και διευθυντής του ινστιτούτου οργανωτικής ανάπτυξης και εταιρικής πολιτικής «Info».

 

 

 

το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Hot Doc# 67, τον Ιανουάριο του 2015

HD_67_cover


Extra Hot άρθρο