HOTDOC - Η δημοσιογραφία όπως πρέπει να είναι..

Η τυφλή Δικαιοσύνη και ο Ανδρέας Βγενόπουλος


Πόσο τυφλή είναι αλήθεια η Ελληνική Δικαιοσύνη; Και αν είναι, πόσο η τυφλότητά της συμβολίζει την αμερόληπτη λειτουργία της και όχι το κλείσιμο των ματιών από επιτηδευμένη αβλεψία; Είναι προφανές, πως ακόμη κι αν η κοινή γνώμη έχει να επιδείξει δεκάδες υποθέσεις, που σκανδάλισαν τη χώρα αλλά δεν είχαν τη νομική έκβαση που θα περίμενε κάποιος, η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από αυτό. Κρίνεται όμως από την αποφασιστικότητα, που πρέπει να δείχνει σε υποθέσεις που αφορούν το δημόσιο βίο και την απόφασή της να μην υπάρχουν σκιές.

Δυστυχώς, ως σήμερα, η κορυφή της Ελληνικής Δικαιοσύνης δείχνει να σκιάζει προστατευτικά αρκετούς από τους επώνυμους που την απασχολούν, παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο. Το αν αυτό σχετίζεται με τα ισχυρά νομικά επιτελεία των ερευνώμενων, που φροντίζουν να πηδάνε με ασφάλεια από τα νομικά παράθυρα ή με πρόθεση, είναι κάτι που πρέπει να ερευνήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η ηγεσία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου έχει εκτεθεί σε καταγγελίες, που αφορούν μεγάλες υποθέσεις, χωρίς ούτε να ελεγχθεί ούτε να απαντήσει ποτέ. Όταν δημοσιεύτηκαν οι αποκαλύψεις για το Πόθεν Έσχες του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, Χαράλαμπου Αθανασίου, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν θέλησε να κάνει κανένα έλεγχο. Όταν δημοσιοποιήθηκαν ηχητικά ντοκουμέντα, που εμφάνιζαν τον Αντώνη Σαμαρά να δίνει εντολές παρέμβασης στην Ελληνική Δικαιοσύνη, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν έκανε ούτε τυπική διαδικασία έρευνας, ούτε καν για το ποιος και πώς υπέκλεψε τον πρωθυπουργό. Στις μεγάλες δικογραφίες, που αφορούν τραπεζίτες, επιχειρηματίες, ακόμη και λίστες με φοροφυγάδες, όπως η λίστα Λαγκάρντ, η Εισαγγελία αφήνει το χρόνο να κυλάει, ακροβατώντας σε μια νομιμότητα γραφειοκρατικών και νομότυπων αναθέσεων έρευνας, χωρίς τίποτα παραπάνω.

Μία από τις υποθέσεις αυτές, αφορά τον επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλο. Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, φέρεται να έχει εκφράσει τη δυσαρέσκειά της για την ανακαίνιση του θέματος από εισαγγελείς, το οποίο –χωρίς να έχει δικαίωμα πριν την περάτωση της έρευνας– χαρακτηρίζει «κυπριακού ενδιαφέροντος».

Η δυσαρέσκεια αυτή εκφράστηκε όταν μεταφέρθηκαν, μέσω εισαγγελέα, στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα για τον Ανδρέα Βγενόπουλο στην Κύπρο. Τα στοιχεία επιχειρήθηκε να χαρακτηριστούν άσχετα με την Ελληνική Δικαιοσύνη, και όταν διαβιβάστηκαν γραπτώς, δεν συσχετίστηκαν με τις υπάρχουσες δικογραφίες για τον Βγενόπουλο, αλλά ανατέθηκαν σε άλλον εισαγγελέα από αυτόν που ερευνά την υπόθεση.

Γενικότερα, οι έρευνες της Ελληνικής Δικαιοσύνης για τον Βγενόπουλο έχουν πάντα τα ίδια χαρακτηριστικά: διαρκούν πολύ, αγνοούν βασικούς μάρτυρες, καλούν ως μάρτυρες υπεράσπισης ανθρώπους που θα έπρεπε να ελέγξουν για τις ευθύνες τους και παραβλέπουν στοιχεία που υπάρχουν, ακόμη κι αν είναι δημοσιευμένα. Επί δύο χρόνια, η Εισαγγελία, που ερευνά τη δραστηριότητα Βγενόπουλου, δεν έχει κάνει ούτε ένα αίτημα δικαστικής συνδρομής στη γειτονική και αδελφή Κύπρο, για να παραλάβει έγγραφα, τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία για την υπόθεση. Πορίσματα της Κυπριακής Βουλής, πορίσματα των ανακριτών, εσωτερικά έγγραφα της Marfin Bank, την οποία διοικούσε ο Βγενόπουλος, υπάρχουν στο διαδίκτυο αλλά όχι και στους εισαγγελικούς φακέλους. Ίσως ο Ανδρέας Βγενόπουλος να είναι αθώος, όπως υποστηρίζει, αλλά η Δικαιοσύνη δεν δείχνει καθόλου.

Η σχέση του Ανδρέα Βγενόπουλου με τη Δικαιοσύνη έχει μία τριπλή διάσταση. Η πρώτη είναι το επάγγελμά του. Ο Βγενόπουλος είναι δικηγόρος, ο οποίος κατάφερε να εξελιχθεί ραγδαία (και με δικές του δυνάμεις, όπως υποστηρίζει) από τα σκαλοπάτια του δικηγορικού του γραφείου, στον Πειραιά, ως την κορυφή του επιχειρηματικού γίγνεσθαι.

Η δεύτερη είναι ο τρόπος που επιλέγει να λύνει τις διαφορές του. Ο κύριος Βγενόπουλος, όπως έχει παραδεχθεί σε δικαστήριο, έχει δώσει εντολή να μηνύουν οποιονδήποτε γράψει ή υπονοήσει κάτι γι αυτόν. Ανάμεσα σε αυτούς που έχει μηνύσει, είναι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, η Ντόρα Μπακογιάννη, οι πρώην υπουργοί Νίκος Σηφουνάκης και Δημήτρης Τσιρώνης και δεκάδες δημοσιογράφοι. Ανάμεσα στους τελευταίους, και η ομάδα του Hot Doc, ενάντια στην οποία πρωτόδικα πέτυχε καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση. Η απόφαση αυτή έχει χαρακτηριστεί από τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ),τη Διεθνή Ένωση Δημοσιογράφων και αρκετούς ακόμη διεθνείς οργανισμούς, ως φίμωση και χτύπημα της ελευθερίας του Τύπου.

Η τρίτη σχέση του Ανδρέα Βγενόπουλου με τη Δικαιοσύνη αφορά έρευνες για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, που είναι σε εξέλιξη σε Ελλάδα και Κύπρο. Πρόκειται για έρευνες που αλληλοπλέκονται, αφού οι ευθύνες που ερευνώνται αφορούν αδικήματα και στις δύο χώρες. Έχει σημασία να δούμε αυτή την πλευρά της σχέσης του Βγενόπουλου με τη Δικαιοσύνη. Ή μάλλον της συμπεριφοράς της Δικαιοσύνης και των αβλεψιών της στην έρευνα.

Έρευνα από το 2010

Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευτέρπη Κουτζαμάνη.

Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευτέρπη Κουτζαμάνη.

Ως το 2010, ο Ανδρέας Βγενόπουλος είχε το προφίλ του επιχειρηματία-σωτήρα. Είχε οικοδομήσει έναν επιχειρηματικό κολοσσό, τη MIG, και συχνά επιχειρούσε να επεκτείνει τη συνταγή της επιχειρηματικής του επιτυχίας στην ελληνική κοινωνία. Σε αλλεπάλληλες συνεντεύξεις στα ΜΜΕ, τα οποία τον αντιμετώπιζαν ως θαύμα του επιχειρείν, κούναγε το δάχτυλο προς τους ακατάλληλους πολιτικούς, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να δηλώνει την καταλληλότητα των συνεργατών του για υπουργοποίηση. Είχε πει συγκεκριμένα στην εκπομπή «Φάκελοι»:

«Οι άνθρωποι που πρέπει να μπούνε στην πολιτική πρέπει να είναι άνθρωποι νεότεροι, πρέπει να είναι στελέχη. Εμείς, στο δικό μας τον όμιλο –που δεν αμφιβάλλω ότι αυτό γίνεται και σε άλλους ομίλους– έχουμε 20 στελέχη πρώτης γραμμής, τα οποία είναι μεταξύ 35 και 45, όπου ο καθένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος από τους περισσότερους υπουργούς».

Τα μέσα ενημέρωσης είχαν μιλήσει για σχέδια του Βγενόπουλου να μεταπηδήσει από την κορυφή της MIG στην πολιτική, κάτι όμως που ο ίδιος διέψευσε.

Τον Οκτώβριο του 2010, υπήρξαν οι πρώτες ρωγμές στο προφίλ Βγενόπουλου. Ο πρόεδρος της Επιτροπής για το Βατοπέδι, Δημήτρης Τσιρώνης, έστειλε στους υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Γιώργο Παπακωνσταντίνου και Χάρη Καστανίδη, μια αναφορά, που συσχέτιζε το σκάνδαλο της Μονής με τον Ανδρέα Βγενόπουλο. Έγραφε συγκεκριμένα:

«Η διερεύνηση του σκανδάλου της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου από την Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου αποκάλυψε ένα παράπλευρο οικονομικό και χρηματιστηριακό σκάνδαλο με επίκεντρο τον Όμιλο ΜΙG και τις συνδεδεμένες τράπεζες του Ομίλου Marfin με πιθανές απρόβλεπτες συνέπειες για την σταθερότητα του ελληνικού και κυπριακού τραπεζικού συστήματος και τα συμφέροντα καταθετών και επενδυτών…»

Στην αναφορά, ο πρόεδρος της Επιτροπής δεν έθετε μόνο το θέμα της χρηματοδότησης της Μονής Βατοπεδίου μέσω offshore εταιριών από την τράπεζα που διοικούσε ο Βγενόπουλος, αλλά και το θέμα της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, που είχε πετύχει η MIG, και έφτανε τα 5,4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με όσα εξέθετε στην αναφορά, η Επιτροπή είχε διαπιστώσει πως μεγάλος αριθμός εταιριών και επιχειρηματιών είχαν λάβει μέρος στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της MIG, παίρνοντας δάνεια από την τράπεζα Marfin, επίσης συμφερόντων του Βγενόπουλου.

Σύμφωνα με κοινό πόρισμα της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα δάνεια αυτά είχαν δοθεί με ενέχυρο τις μετοχές που αγοράστηκαν, αλλά η τράπεζα δεν απαίτησε τις διασφαλίσεις όταν οι μετοχές αυτές έχασαν την αξία τους. Σημείωνε επίσης πως πολλά από τα δάνεια είχαν δοθεί κατά παράβαση της τραπεζικής πρακτικής και χωρίς πραγματικές εγγυήσεις. Ζητούσε έτσι να ερευνηθεί αν η διαδικασία αυτή, μέσα από την οποία εμφανιζόταν η MIG να προσελκύει κεφάλαια επενδυτών, τα οποία προέρχονταν στην πραγματικότητα από δάνεια που έδινε η τράπεζα διοίκησης Βγενόπουλου, ήταν μια χειραγώγηση μετοχών.

Η αναφορά αυτή, στις 18 Οκτωβρίου, διαβιβάστηκε στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γιώργου Καλαμίδα. Ανατέθηκε, στη συνέχεια, στον εισαγγελέα εφετών Γιώργο Μωραϊτάκη να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση. Στις 10 Ιουλίου 2012, ο εισαγγελέας Γιώργος Μωραϊτάκης βάζει την υπόθεση στο αρχείο. Ο Ανδρέας Βγενόπουλος μιλά για την αθωότητά του και για συκοφάντες, οι οποίοι τον έβαλαν σε περιπέτειες. Η διάταξη 5/2012 του Μωραϊτάκη κλείνει την υπόθεση, αλλά ανοίγει και το κεφάλαιο με τα ερωτήματα. Ο εισαγγελέας εφετών εξετάζει την υπόθεση κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα ακόμη και αθλητικών sites, τα οποία αναφέρονταν στην υπόθεση, αλλά όχι στο πόρισμα της Επιτροπής για το Βατοπέδι, το οποίο μάλιστα είχε ζητήσει να ερευνηθούν οι ευθύνες του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργου Προβόπουλου, αλλά και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

i-tifli-dikaiosini-kai-o-andreas-vgenopoulos2Αντί γι’ αυτό, ο Γιώργος Προβόπουλος και ο πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Αναστάσιος Γαβριηλίδης, καταθέτουν υπομνήματα με τα οποία απαλλάσσουν των ευθυνών τον Βγενόπουλο εμφανίζοντάς τον να πράττει με βάση το νόμο. Ο εισαγγελέας δεν ελέγχει την αλήθεια όσων καταθέτουν οι δύο, και πολύ περισσότερο, δεν ερευνά τις ευθύνες τους στην υπόθεση, όπως περιέγραφε το πόρισμα της Βουλής. Στον εισαγγελέα δεν καλείται να καταθέσει ο πρόεδρος της Επιτροπής, Δημήτρης Τσιρώνης, και δεν γίνεται καμία έρευνα για όσα περιγράφει το κοινό πόρισμα της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για πιθανές παρατυπίες και παρανομίες στη χορήγηση δανείων, που μπορεί «να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες στη σταθερότητα του κυπριακού και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος».

Μερικούς μήνες μετά, οι κυπριακές τράπεζες και μαζί τους η κυπριακή οικονομία καταρρέουν. Στις 4 Δεκεμβρίου 2012, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε διάγγελμά του, που αφορά την κατάρρευση, λέει:

«4 δισ. ευρώ είναι οι απώλειες των κυπριακών τραπεζών από την έκθεσή τους στα ελληνικά ομόλογα. Άλλα τόσα είναι η ζημιά για την οικονομία από τη μετατροπή της “Μαρφίν Εγνατία” από θυγατρική εταιρία στην Ελλάδα σε κυπριακή τράπεζα, μετατροπή την οποία ενέκρινε ο προηγούμενος διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. Απώλειες υπάρχουν και από τα επισφαλή δάνεια που οι τράπεζες παραχώρησαν στην Ελλάδα».

Η αναζήτηση των αιτιών της κατάρρευσης της Κύπρου ανοίγει στην Κυπριακή Δημοκρατία νομικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες, οι οποίες εμπλέκουν τον Ανδρέα Βγενόπουλο. Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται  ευρέως, αλλά η Ελληνική Δικαιοσύνη παραμένει ατάραχη για εγκλήματα που εμφανίζονται να έχουν γίνει στην Ελλάδα.

Το Μάιο του 2014, η Κυπριακή Βουλή, σε πόρισμά της για την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας και τον τρόπο λειτουργίας της Marfin, γράφει: «Διαχρονικά υπήρξε εκ μέρους της διοίκησης της τράπεζας μια στρατηγική “φορτώματος” διατραπεζικού χρέους της τράπεζας στην Κύπρο και αντιστρόφως ανάλογα “ξεφορτώματος” διατραπεζικού χρέους της τράπεζας από τον ελλαδικό χώρο… Η Επιτροπή κρίνει ότι η διοίκηση της τράπεζας και τα στελέχη της, με μεθοδευμένο, συστηματικό, αλλά και ταυτόχρονα εγκληματικό τρόπο, παρέσυραν τη Λαϊκή Τράπεζα και ταυτόχρονα την κυπριακή οικονομία σε κατάρρευση».

Η περαιτέρω έρευνα από τις ανακριτικές αρχές της Κύπρου (Αρχηγείο Αστυνομίας της Κύπρου) καταλήγει πως πολλά εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στην Ελλάδα και πρέπει να ερευνηθούν από τις ελληνικές Αρχές. Σύμφωνα με τις κυπριακές ανακριτικές αρχές, η έρευνα της υπόθεσης επιβάλλει να ερευνηθούν οι ευθύνες του Ανδρέα Βγενόπουλου και των συνεργατών του, με βάση το ελληνικό Δίκαιο, για κακουργηματική απιστία, για απάτη και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Η Ελληνική Δικαιοσύνη και πάλι δεν αντιδρά. Δεν γνωρίζει τι συμβαίνει, δεν διαβάζει τα δημοσιεύματα, και απ’ ό,τι προκύπτει, δεν θέλει να ακούσει και τους κύπριους συναδέλφους της.

Ο Βγενόπουλος μηνύει και τον εαυτό του

i-tifli-dikaiosini-kai-o-andreas-vgenopoulos3Όταν, το 2013, οι κυπριακές Αρχές και τα πολιτικά κόμματα θέτουν θέμα ευθυνών Βγενόπουλου για την κατάρρευση της οικονομίας, ο Ανδρέας Βγενόπουλος μηνύει τον εαυτό του. Δεν πρόκειται για την υπέρμετρη διάθεσή του για μηνύσεις, που από κεκτημένη ταχύτητα στρέφεται και στον ίδιο. Η MIG, εταιρία συμφερόντων του, καταθέτει μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου για την υπόθεση της Λαϊκής. Όταν η είδηση διαρρέει, ο Βγενόπουλος υποστηρίζει πως στράφηκε εναντίον κάθε υπεύθυνου για την υπόθεση της Λαϊκής, άρα πιθανόν και του εαυτού του, προκειμένου να ξεκαθαρίσει η υπόθεση και να μην ενοχοποιείται άδικα.

Αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος και των εξηγήσεων. Γιατί υπάρχει και άλλη, την οποία θέτει ως προβληματισμό έμπειρος εισαγγελέας μιλώντας στο Hot Doc: «Είναι φανερό σε όλους, πως στην περίπτωση Βγενόπουλου, ο Άρειος Πάγος δείχνει να θέλει να επικρατήσει η άποψη πως το πρόβλημα με τον επιχειρηματία αφορά στην Κύπρο. Δεν είναι έτσι, αφορά και την Ελλάδα και την Ελληνική Δικαιοσύνη. Καταθέτοντας η MIG μηνυτήρια αναφορά, θεωρητικά ενεργοποιεί έρευνα. Αν αυτή η έρευνα, κάτω από την αντίληψη “δεν αφορά την Ελλάδα, αφήστε το”, καταλήξει να απαλλάξει και πάλι τον Βγενόπουλο, τότε αυτό το “δεδικασμένο” μπορεί να το χρησιμοποιήσει στην Κύπρο. Αν υπάρξει δίωξη εναντίον του, θα επικαλεστεί πως έχει κριθεί από την Ελληνική Δικαιοσύνη. Ξέρετε πως αν κάποιο διεθνές δικαστήριο κληθεί να κρίνει την υπόθεση, δεν θα μπει στην ουσία ή αν έκαναν καλά οι Έλληνες τη δουλειά τους, αλλά θα πει πως έχουν κρίνει και δεν γίνεται μια υπόθεση να κριθεί δύο φορές».

Η «πονηρή» θεώρηση του εισαγγελέα, δεν απαιτεί μόνο να μην ισχύει η αθώα δικαιολογία του Βγενόπουλου, αλλά κυρίως να μην κάνει η Δικαιοσύνη τη δουλειά της. Από το 2013, που η εισαγγελία Διαφθοράς άρχισε να εξετάζει την υπόθεση Βγενόπουλου, μετά τη μηνυτήρια αναφορά της MIG, δεν έχει κάνει κανένα αίτημα δικαστικής συνδρομής στην Κύπρο για στοιχεία που έχει δημοσιοποιηθεί πως υπάρχουν. Κάποια στοιχεία έχουν κατατεθεί με πρωτοβουλία  του Hot Doc.

Την ίδια ώρα, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν δέχθηκε να προωθήσει σοβαρά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο εισαγγελέας Δικαστικής Συνδρομής, Γιάννης Αγγελής. Αντί για μια δικογραφία με στόχο την αλήθεια, η υπόθεση διασπάται σε κομμάτια και οι εισαγγελείς, που ασχολούνται, δεν γνωρίζουν πώς συνδέεται το κάθε κομμάτι που χειρίζονται με κάποιο άλλο σε άλλη δικογραφία.

το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Hot Doc #75 τον Απρίλιο του 2015

HD_75_cover

 


Extra Hot άρθρο