HOTDOC - Η δημοσιογραφία όπως πρέπει να είναι..

Ντόναλντ Τραμπ
Ο λαϊκισμός χτυπάει την πόρτα του Λευκού Οίκου


Θεωρείται γραφικός ακόμη και στα συνηθισμένα αμερικανικά μάτια. Δηλώνει δεξιά κι αριστερά ότι είναι πάρα πολύ πλούσιος, νομίζοντας ότι η πολιτική ασκείται με τους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Υπόσχεται να χτίσει ένα τοίχος στα νότια σύνορα των ΗΠΑ επειδή, λέει, οι Μεξικάνοι είναι βιαστές και έμποροι ναρκωτικών. Τα βάζει με την Κίνα και πουλάει σε Κινέζους πανάκριβα διαμερίσματα. Όλα αυτά μαζί, κι ακόμη περισσότερα, κάνουν τον Ντόναλντ Τραμπ να φαντάζει ως ο επόμενος μεγάλος κίνδυνος για την πολιτική ελίτ των Ρεπουμπλικάνων. Ή είναι, απλώς, ο κλασσικός πολιτικός των ημερών μας, που δεν ντρέπεται να τάζει τα πάντα σε εκείνους που θέλουν να ακούν μόνο ωραία λόγια.

Με τον Ντόναλντ Τραμπ έχουν αγανακτήσει, μεταξύ άλλων, πρώην και νυν μεξικανοί πρόεδροι, η Apple, η Hewlett-Packard κι άλλες μεγάλες τεχνολογικές εταιρίες, οι μουσουλμάνοι, που τον ακούν να λέει στα τηλεοπτικά ντιμπέιτ ότι πρέπει να απελαθούν, οι πετρελαιοπαραγωγοί της Σαουδικής Αραβίας, στους οποίους θα ήθελε να επιβάλει εμπάργκο, η οικογένεια Μπους, οι κάτοικοι του καναδικού νησιού Κέιπ Μπρέτον, που ήδη προσφέρουν άσυλο σε περίπτωση νίκης του στις προεδρικές εκλογές, η αλυσίδα λιανικής από το Ντουμπάι «Lifestyle», που αφαίρεσε από τα ράφια της όλα τα προϊόντα των εταιριών του, ο δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας των μίντια Μπάρι Ντίλερ, ακόμη και κατά κάποιο τρόπο η… Ελλάδα, καθώς για εκείνον αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα αποφυγής, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με το δημόσιο αμερικανικό χρέος μέχρι να πάρει σχεδόν τα πάντα πίσω.
Ο επικρατέστερος υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων έχει κάνει τόσο πολλούς εχθρούς, γιατί στην ουσία οι κοκορομαχίες σε δημόσια θέα κρύβουν καλά από πίσω τους μια προσωπικότητα που αρέσκεται στο να υπόσχεται πράγματα, τα οποία ο ίδιος μετά από μερικές μέρες παραδέχεται ότι δεν μπορεί να πραγματοποιήσει.
Όταν ανακοίνωνε, τον Ιούνιο του 2015, την απόφασή του να κατέβει στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, τα προγνωστικά ήταν εναντίον του. Εκμεταλλευόμενος όμως από την αρχή έναν θίασο υποψηφίων των Ρεπουμπλικάνων, 12 τον αριθμό, κατάφερε να μετατρέψει τα πρώτα τηλεοπτικά ντιμπέιτ σε ρινγκ, όπου κανείς δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη χωρίς να ακούγονται ύβρεις, ειρωνείες και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί.
Με την τελευταία του επικράτηση στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, στις εκλογές του Απριλίου, ο αριθμός των 1.237 εκλεκτόρων, που του εξασφαλίσει το χρίσμα για να κατέβει ως ο υποψήφιος του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων για τις εκλογές, είναι πλέον πάρα πολύ κοντά. Αυτή τη στιγμή διαθέτει 845 εκλέκτορες και στόχος του είναι να κλειδώσει το μαγικό αριθμό, που θα τον βγάλει από τη διαδικασία να πείσει το συνέδριο του κόμματος να τον επιλέξει ως υποψήφιο πρόεδρο. Κι αυτό, γιατί ούτε η ίδια η παράταξη φαίνεται ενθουσιασμένη με τον άνθρωπο που θα κληθεί να αντιμετωπίσει την Χίλαρι Κλίντον ή τον Μπέρνι Σάντερς στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Υπερβολές, ψέματα και ανακρίβειες

Μια από τις πιο «ωραίες» προεκλογικές ιστορίες του Ντόναλντ Τραμπ είναι το πόσα λεφτά αξίζει. Ο ίδιος αρέσκεται να επαναλαμβάνει ότι είναι πάρα πολύ πλούσιος. Ένα γνήσιο αμερικανικό θαύμα, που τα κατάφερε στις επιχειρήσεις και τώρα θα κάνει το ίδιο στην πολιτική. Μάλιστα, στις 15 Ιουλίου του 2015, κατέθεσε τα οικονομικά του στοιχεία στην αρμόδια εκλογική ομοσπονδιακή επιτροπή. Εκεί δήλωσε ότι η περιουσία του αγγίζει τα 10 δισ. δολάρια και ότι τα εισοδήματά του το 2014 ήταν συνολικά 362 εκατ. δολάρια. Όμως, όπως αποδείχθηκε μετά από δημοσίευμα του αμερικανικού περιοδικού Fortune, τα χρήματα αυτά ήταν τα ακαθάριστα έσοδα και όχι το ατομικό του εισόδημα. Σύμφωνα, μάλιστα, με λεπτομερή μελέτη των στοιχείων του, η έρευνα του περιοδικού κατέληξε ότι η συνολική αξία του Τραμπ δεν ξεπερνά τα 3,72 δισ. δολάρια.
Όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αναφέρεται μόνο με υπερβολές και ψέματα για τα προσωπικά του ζητήματα. Έχει προχωρήσει και σε μια σειρά από απίστευτες υποσχέσεις, τις οποίες είτε άφησε να περάσουν ασχολίαστες είτε αναγκάστηκε να τις πάρει πίσω μετά από το σάλο που προκαλούσε. Βασικό του σύνθημα, όταν ξεκίνησε τον αγώνα του στον πολιτικό στίβο, ήταν ότι θα χτίσει ένα τεράστιο τείχος κατά μήκος των συνόρων με το Μεξικό. Όταν είχε ξεκινήσει να μιλάει για αυτό, χαρακτηρίζοντάς το ως «Τείχος Τραμπ» και «το ομορφότερο τείχος που έχετε δει ποτέ σας», δεσμευόταν ότι θα χτιστεί για να κρατήσει από την άλλη πλευρά τους «βιαστές, έμπορους ναρκωτικών Μεξικανούς», ότι θα το πληρώσει το κράτος τους εξ ολοκλήρου και θα κοστίσει 4 δισ. δολάρια. Αυτό είπε σε δημόσια ομιλία του το Σεπτέμβριο του 2015. Το Φεβρουάριο του 2016, σε άλλη ομιλία του, δήλωσε ότι το κόστος του θα είναι 10 δισ. δολάρια. «10 δισ., ίσως 12», είπε τότε. Και από τι θα φτιαχτεί αυτό το τείχος; Στο ερώτημα ενός μικρού αγοριού, το οποίο σήκωσε κυριολεκτικά σαν σακί και το ανέβασε στο πόντιουμ για να το δουν όλοι, απάντησε ότι το τείχος θα γίνει από ενισχυμένο σκυρόδερμα και ατσάλι. Και πόσο τελικά θα κοστίσει; Εάν λάβει κανείς υπόψη τους υπολογισμούς της πασίγνωστης αμερικανικής σατιρικής εκπομπής Last Week Tonight, τότε το πραγματικό του κόστος θα φτάσει – μόνο για να χτιστεί – τα 25 δισ. δολάρια. Και με βάση την απάντηση του γραφείο προϋπολογισμού του Κογκρέσου στον υπολογισμό του τελικού κόστους ενός παρεμφερούς έργου, η συντήρησή του θα χρειαστεί άλλα 25 δισ. για τα επόμενα επτά χρόνια.
Ποια ήταν η απάντηση του πρώην προέδρου του Μεξικού, Βιθέντε Φοξ, όταν σε μια συνέντευξη κλήθηκε να απαντήσει στην απαίτηση του Τραμπ να πληρώσει η χώρα του όλα αυτά τα λεφτά; «Δεν θα πληρώσω το γαμημένο το τείχος».
Πάντως, το ζήτημα με τους Μεξικάνους και τους μετανάστες, που ο ίδιος επιθυμεί να διώξει εν μία νυκτί από τη χώρα, δεν είναι το μόνο ακραίο που έχει ξεστομίσει. Ανά καιρούς, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι: θα φακελώσει υποχρεωτικά όλους τους μουσουλμάνους και θα απαγορεύσει για κάποια χρόνια την είσοδό τους στις ΗΠΑ, «όπως έκανε ο Ρούζβελτ με τους Ιάπωνες, τους Ιταλούς και τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου». Θα επαναφέρει το βασανιστήριο του εικονικού πνιγμού, που εφαρμοζόταν μέχρι πρότινος σε κολαστήρια όπως το Γκουαντάναμο ως μέθοδος ανάκρισης υπόπτων για τρομοκρατία. Θα κλείσει τα εργοστάσια της Apple κι άλλων αμερικανικών εταιριών στην Κίνα και θα τα φέρει πίσω. Θα καταργήσει το λεγόμενο πρόγραμμα «Obamacare» για την ιατροφαρμακευτική προστασία των ασθενέστερων και θα πουλήσει κάθε δημόσια υγειονομική δομή, αφαιρώντας τα ασφάλιστρα υγείας από το φόρο εισοδήματος, ενώ θα κόψει και τα κρατικά κονδύλια νοσηλείας μεταναστών. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, υποσχέθηκε πως θα ξεπληρώσει το δυσθεώρητο χρέος των ΗΠΑ, ύψους 19 τρισ. δολαρίων σε οκτώ χρόνια, επειδή πιστεύει ότι «κλείνει τα καλύτερα deal». Το τελευταίο, το δήλωσε στις 2 Απριλίου στην εφημερίδα Washington Post. Αλλά στις 21 Απριλίου, σε άλλη του συνέντευξη στο περιοδικό Fortune, είπε ότι τελικά δεν θα ξεπληρώσει όλο το χρέος σε οκτώ ή δέκα χρόνια αλλά… μόνο «ένα ποσοστό του».

Μια σειρά από αποτυχημένες επενδύσεις

Ntonalnt-Tramp-O-laikismos-htipaei-tin-porta-tou-Lefkou-Oikoi1

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν δηλώνει απλά ότι είναι πάρα πολύ πλούσιος. Του αρέσει να προωθεί την ιδέα πως ό,τι πιάνει γίνεται χρυσός. Ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις. Η μεσιτική οικογενειακή αυτοκρατορία, την οποία κληρονόμησε, έτυχε ορισμένων επιτυχημένων επιλογών, όπως το Grand Hyatt Hotel στη Νέα Υόρκη, ο Πύργος Τραμπ, το παγοδρόμιο Wollman Rink στο Μανχάταν, το ακίνητο 40 Wall Street επίσης στη Νέα Υόρκη, που από 1 εκατ. δολάρια που ξόδεψε για το αγοράσει το 1995 έφτασε να αξίζει σήμερα περισσότερο από μισό δισ., και ο πύργος Trump International στο Σικάγο.
Όμως αυτή η ιστορία έχει επίσης πολλές μαύρες σελίδες υπερχρεωμένων επιχειρηματικών αποτυχιών. Το 1995, η εταιρία διαχείρισης καζίνο του Τραμπ συγκεντρώνει μετά από δημόσια προσφορά το ποσό των 494 εκατ. δολαρίων μακροπρόθεσμου χρέους. Το 1996, αγοράζει το καζίνο Taj Mahal στο Atlantic City. Θέλοντας, όπως έλεγε, να χτίσει το «όγδοο θαύμα του κόσμου», ξόδεψε 898 εκατ. δολάρια. Από αυτά, τα 817 εκατομμύρια τα δανείστηκε με τοκογλυφικό επιτόκιο 11,25%. Τα τεράστια χρέη γονάτισαν το καζίνο από την πρώτη μέρα. Σε έναν χρόνο η εταιρία του Τραμπ είχε χρεωθεί 1,7 δισ. δολάρια. Έτσι η εταιρία «κατάφερε» από το 1995 να καταθέσει αιτήματα πτώχευσης δύο φορές. Μία ως εταιρία καζίνο και μια ως Trump Entertainment, δηλαδή το διάδοχο επιχειρηματικό μοντέλο.
Το 1988, ο Τραμπ αγόρασε την αεροπορική εταιρία Eastern Air Shuttle έναντι 365 εκατ. δολαρίων, μετατρέποντάς την σε μια εταιρία πολυτελείας με χρυσά έπιπλα μπάνιου στα αεροσκάφη. Υπερχρεωμένη από την πρώτη κιόλας μέρα, παραδίδεται στους πιστωτές της και εξαφανίζεται μετά από τέσσερα χρόνια.
Άλλα αστεία, ή μη, επιχειρηματικά εγχειρήματα του Τραμπ ήταν η αποτυχημένη «βότκα Τραμπ», το «περιοδικό Τραμπ», που έμεινε στα αζήτητα, τα «ψητοπωλεία Τραμπ», που έκλεισαν άρον-άρον και μάλιστα αυτό του Λας Βέγκας παραβίασε 51 διατάξεις του υγειονομικού κώδικα (σέρβιρε μέχρι και κρέας πάπιας πέντε μηνών), ένα πανεπιστήμιο, για το οποίο κατατέθηκε αγωγή ύψους 40 εκατ. δολαρίων από εισαγγελέα της Νέας Υόρκης με την κατηγορία της εξαπάτησης των φοιτητών, και μια εταιρία στεγαστικών δανείων, η οποία άνοιξε το 2006 με τη δήλωση «ποιος ξέρει περισσότερα για χρηματοδότηση δανείων από μένα;» κι έκλεισε ενάμιση χρόνο μετά. Ο διορισμένος από τον Τραμπ διευθυντής αυτής της εταιρίας, Ε. Τζ. Ράιντινγκς, ισχυριζόταν ότι ήταν κορυφαίο στέλεχος επενδυτικής τράπεζας της Wall Street. Στην πραγματικότητα είχε εργαστεί εκεί για έξι μέρες ως μεσίτης.

Ένας «λαθρεπιβάτης» στο κόμμα των υπερ-συντηρητικών

Έναν από τους πιο εύστοχους χαρακτηρισμούς για τον Ντόναλντ Τραμπ είχε κάνει σε μια συνεδρίαση της Γερουσίας ο Δημοκρατικός επικεφαλής της μειοψηφίας, Χάρι Ρέιντ. Το Μάρτιο του 2016 είχε πει πως «ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο Φρανκενστάιν των Ρεπουμπλικάνων. Ξόδεψαν τα τελευταία οκτώ χρόνια φουντώνοντας τη φλόγα της δυσαρέσκειας και του μίσους, χτίζοντας το προφίλ του κομμάτι-κομμάτι». Η συγκεκριμένη δήλωση έγινε μετά τη νίκη του Τραμπ στις 7 από τις 11 πολιτείες που εξέλεξαν τους εκλέκτορές τους κατά τη λεγόμενη «Σούπερ Τρίτη»· μια από τις μαζικότερες εκλογικές διαδικασίες ανάδειξης υποψηφίων για το προεδρικό χρίσμα στα δύο κόμματα εξουσίας των ΗΠΑ.
Την άποψη του Ρέιντ ασπάζονται πολλοί διαφορετικοί παράγοντες μέσα και στο ίδιο το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, καθώς μάλιστα βλέπουν τον Τραμπ να βρίσκεται πίσω σε όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις των τηλεοπτικών δικτύων κατά περίπου 9,3 μονάδες από την Κλίντον και κατά 15,2 μονάδες από τον Σάντερς. Η πανίσχυρη οικογένεια Μπους, με τον Τζεμπ Μπους να εγκαταλείπει στην πορεία την εκλογική κούρσα, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του συνυποψηφίου του Τραμπ, Τεντ Κρουζ, στη μάχη για την πρωτιά. Μίλησε για τη «χυδαιότητα» του Τραμπ και την αδυναμία να κερδίσει την Κλίντον σε μια πιθανή προεδρική μάχη.
Έπειτα έρχονται οι μεγάλοι χρηματοδότες των Ρεπουμπλικάνων. «Δεν γνωρίζουμε πραγματικά πού βρισκόμαστε. Ξέρουμε πώς προχωρά η μάχη, αλλά αισθανόμαστε ότι έχει ξεφύγει από το έλεγχο», είπε στο CNN μετά τη νίκη του Τραμπ στη Νέα Υόρκη ο δισεκατομμυριούχος Φρανκ Βάντερσλουτ από το Αϊντάχο, ένας από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του Ρεπουμπλικάνου υποψηφίου Μάρκο Ρούμπιο. Και η αλήθεια είναι πως δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται έτσι. Μια σειρά από πολύ γνωστά ονόματα στην αμερικανική οικονομική και επιχειρηματική ζωή, όπως ο μεγιστάνας των καζίνο Σέλντον Άντελσον, ο μεγαλοβιομήχανος στο χώρο της ενέργειας Μπουν Πίκενς, ο δισεκατομμυριούχος της φαρμακευτικής βιομηχανίας Μάικ Φερνάντεζ και πολλοί ακόμη, που ανήκουν στην κορυφή της αμερικανικής οικονομικής ελίτ, είτε δηλώνουν ότι αποσύρονται από την πολιτική είτε πως θα περιμένουν μέχρι την τελευταία στιγμή για να αποφασίσουν. Ίσως γι’ αυτό, ο Τραμπ, όταν ανακοίνωνε την υποψηφιότητά του, είπε: «Δεν θέλω τα λεφτά κανενός. Ξοδεύω τα δικά μου. Δεν με ενδιαφέρουν τα λεφτά των δωρητών, των λόμπι. Είμαι πάρα πολύ πλούσιος!»

Τελικά, ποιος τον ψηφίζει;

Ntonalnt-Tramp-O-laikismos-htipaei-tin-porta-tou-Lefkou-Oikoi2

Η ηγεσία του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων δείχνει αμήχανη. Οι βαρείς χαρακτηρισμοί του Ρέιντ έμειναν αναπάντητοι. Τα μεγάλα μυαλά των κομματικών επιτελείων διαπιστώνουν ότι παρά τα πολλά χρήματα και τη μεγάλη προβολή των δικών τους ανθρώπων, ο Τραμπ κερδίζει συνεχώς έδαφος. Όμως, η θεωρία περί «Φρανκεστάιν», που ακούστηκε στην αμερικανική Γερουσία, έχει πολύ βαθιά θεμέλια.
Ποιοτικές έρευνες της εφημερίδας Washington Post έδειξαν ότι οι υποστηρικτές του Τραμπ είναι κυρίως λευκοί, άνδρες και φτωχοί. Το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι πολύ μεγάλο (47 μονάδες έναντι 28 αντίστοιχα). Στην τεράστια νίκη που πέτυχε στο Νιου Χαμσάιρ είδαμε ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο των οπαδών του: η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχει πανεπιστημιακές σπουδές. Σύμφωνα με τα ποιοτικά στοιχεία, που δημοσίευσαν πρόσφατα οι New York Times μετά τη δημοσκοπική έρευνα του οργανισμού YouGov/Economist τον περασμένο Ιανουάριο, περίπου το 20% των υποστηρικτών του Ντόναλντ Τραμπ διαφωνούν με την απόφαση του προέδρου Λίνκολν να απελευθερωθούν οι σκλάβοι το 1863. Μάλιστα, τα exit polls των εκλογών που πραγματοποιήθηκαν στη Νότια Καρολίνα έδειξαν ότι 74% των ψηφοφόρων υποστηρίζουν την άποψη για απαγόρευση εισόδου των μουσουλμάνων στις ΗΠΑ, κι από αυτούς, το 41% ψήφισε τον Τραμπ.
Όμως δεν είναι μόνο αυτά τα ακραία κοινωνικά στοιχεία, που συγκινούνται από τον Ντόναλντ Τραμπ. Το Ινστιτούτο Μελέτης Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια διαπίστωσε, μετά από συνεχή έρευνα της εκλογικής συμπεριφοράς ίδιων κοινωνικών ομάδων από το 2007, πως τον Τραμπ ψηφίζουν άτομα τα οποία στα κοινωνικά ζητήματα είναι πολύ πιο προοδευτικά από τους οπαδούς του Τεντ Κρουζ. Αυτό αφορά θέματα όπως η ελεύθερη επιλογή της άμβλωσης και ο γάμος ομοφυλοφίλων. Στα οικονομικά ζητήματα, ωστόσο, οι ίδιοι τείνουν σε μια καθαρά λαϊκίστικη αντίληψη σχετικά με τις δημόσιες δαπάνες και τα κοινωνικά προγράμματα, τα οποία θεωρούν περιττά, ενώ στο επίκεντρο των πολιτικών και των δύο επικρατέστερων υποψηφίων παραμένει έως ένα βαθμό η ξενοφοβία, η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και οι μαζικές απελάσεις μεταναστών.
Όμως, ούτε αυτοί αρκούν για να κλειδώσουν το παζλ των οπαδών του Τραμπ. Σημαντικό μερίδιο στην εκλογική του πίτα προέρχεται από τους αυτοχαρακτηριζόμενους «οργισμένους». Είναι απηυδισμένοι με τα κόμματα και την πολιτική ελίτ, θεωρούν ότι η οικονομία έχει στηθεί με σαθρά υλικά, που δεν τους ευνοούν, μισούν ή απλά κουράστηκαν από την οικογενειοκρατία στην πολιτική και συντηρούν μια εθνικιστική αντίληψη όταν μιλούν για τις μεγάλες επενδύσεις και τις χιλιάδες θέσεις εργασίας που δημιούργησαν αμερικανικοί κολοσσοί μακριά από τις ΗΠΑ, σε χώρες όπως η Κίνα. Αρκετοί από αυτούς, θεωρούν ότι η ψήφος στον Τραμπ θα είναι μια ψήφος τιμωρίας προς το παρόν πολιτικό κατεστημένο. Κάτι που, σε τελική ανάλυση, δεν έχει τεράστιες διαφορές από το τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη, όπου τα λαϊκιστικά και εθνικιστικά κόμματα πάτησαν πάνω στα θέματα της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της μετανάστευσης, για να ανέλθουν ακόμη και στην εξουσία μαζί με τις παλαιότερες πολιτικές δυνάμεις της γηραιάς ηπείρου.

 

άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Hot Doc #100, τον Απρίλιο του 2016

HD-100_cover


Extra Hot άρθρο